Ενεργειακές Καλλιέργειες - Ηλίανθος.

Ενεργειακές Καλλιέργειες - Βιοκαύσιμα. Ηλίανθος - Helianthus annus


Γενικά

Ο ηλίανθος είναι ένα ετήσιο, C3 φυτό που ανήκει στην οικογένεια Compositae και κατάγεται από τη Βόρεια Αμερική. Το καλλιεργούμενο είδος του ηλίανθου είναι ένα από τα 67 είδη του γένους Helianthus. Το είδος Helianthus annus υποδιαιρείται σε τρία υποείδη, Helianthus annus ssp. lenticularis (άγριο είδος), H. annus ssp. annus (ζιζάνιο) και H. annus ssp. macrocarpus (καλλιεργούμενο). Κυριότερες χώρες παραγωγής ηλίανθου είναι η Αργεντινή, Ρουμανία, Ρωσία, Γαλλία, Ισπανία, Τουρκία, Κίνα και οι ΗΠΑ. Στη χώρα μας σήμερα ο ηλίανθος καλλιεργείται σε περιορισμένη έκταση (110.000 στρ, το 2007) που εντοπίζεται στη Θράκη.

Ο ηλίανθος καλλιεργείται κυρίως για την παραγωγή εδώδιμου λαδιού και σπόρων. Το λάδι του έχει μεγάλη ενεργειακή αξία και χρησιμοποιείται στη μαγειρική, στην παρασκευή μαργαρινών, στη σαπωνοποιεία, ως φωτιστικό αλλά και στην παραγωγή βαφών και βερνικιών. Τα στελέχη και η αποφλοιωμένη πίτα ηλίανθου, λόγω της υψηλής περιεκτικότητας σε πρωτεΐνες (35%), χρησιμοποιούνται ως ζωοτροφή.
Οι σπόροι των κλασικών υβριδίων ηλίανθου περιέχουν έως και 45 % λάδι υψηλής περιεκτικότητας σε ακόρεστα λιπαρά οξέα (85-90 %), όπως το λινολεϊκό (65 %) και ελαϊκό (20-25 %) ενώ τα κορεσμένα οξέα (παλμιτικό και στεατικό) συνήθως δεν υπερβαίνουν το 10-15 %. Το ενδοσπέρμιο, που καταλαμβάνει το 70-75% του καρπού, αποτελείται από λιπίδια (45-65%), πρωτεΐνες (20-30%), υδατάνθρακες (10-25%) και μεταλλικά στοιχεία (3-5%). Ο φλοιός ή περικάρπιο, που συνιστά το 25-30% του καρπού, αποτελείται από υδατάνθρακες (85-96%), λιπίδια (1-5%), πρωτεΐνες (2-6%), και από μεταλλικά στοιχεία (2-4%).
Προσαρμοστικότητα

Ο ηλίανθος είναι φυτό που χαρακτηρίζεται από ευρεία προσαρμοστικότητα σε ποικίλες κλιματικές συνθήκες. Το νεαρό φυτό χαρακτηρίζεται από μεγάλη αντοχή στις χαμηλές θερμοκρασίες. Στο στάδιο των κοτυληδόνων και του πρώτου ζεύγους πραγματικών φύλλων το φυτό αντέχει έως τους -2 0C και -8 0C, αντίστοιχα. Κατά τα επόμενα στάδια ανάπτυξής του, το φυτό γίνεται περισσότερο ευάλωτο στις χαμηλές θερμοκρασίες και μπορεί να καταστραφεί ολοκληρωτικά στους 00C κατά το στάδιο των 8-10 φύλλων. Ο ρυθμός φωτοσύνθεσης μεγιστοποιείται γύρω στους 30 0C και οι μεγαλύτερες αποδόσεις επιτυγχάνονται σε θερμοκρασία 24-26 0C.
Ο ηλίανθος θεωρείται φυτό ανθεκτικό στην ξηρασία εξαιτίας του πλούσιου ριζικού του συστήματος που φθάνει σε μεγάλο βάθος και αξιοποιεί ικανοποιητικά τη διαθέσιμη εδαφική υγρασία. Σε σύγκριση με το καλαμπόκι και τα τεύτλα, ο ηλίανθος καταναλώνει περισσότερο νερό για την παραγωγή ενός γραμμαρίου ξηράς ουσίας. Λόγω του μεγάλου αριθμού στοματίων, ο ηλίανθος χαρακτηρίζεται από διπλάσιο επίπεδο διαπνοής συγκριτικά με άλλες ανοιξιάτικες καλλιέργειες. Παρ' όλα αυτά, οι φυσιολογικές λειτουργίες του φυτού προσαρμόζονται εύκολα στις διακυμάνσεις εδαφικής υγρασίας.
Προσαρμόζεται εξίσου καλά σε αμμώδη, αργιλώδη και άγονα υποβαθμισμένα εδάφη, με την προϋπόθεση να είναι βαθιά και με ικανοποιητική στράγγιση. Ο ηλίανθος αναπτύσσεται φυσιολογικά σε εδάφη με μικρή αλατότητα ενώ σε μεγαλύτερα επίπεδα μειώνεται τόσο η απόδοση σε σπόρο όσο και η περιεκτικότητα σε λάδι. Παρουσιάζει επίσης καλή προσαρμοστικότητα σε ευρύ φάσμα εδαφικών τιμών pH.
Περιγραφή – Βιολογικός κύκλος

Το ριζικό σύστημα του ηλίανθου είναι πασσαλώδες, βαθύ με δευτερεύουσες ρίζες που αρχικά παρουσιάζουν οριζόντια και στη συνέχεια κατακόρυφη ανάπτυξη. Το βάθος του συνήθως φθάνει έως και 3 μ και σε μερικές περιπτώσεις ξεπερνά το μήκος του υπέργειου τμήματος. Ο βλαστός είναι ευθυτενής, δασύτριχος με ύψος που κυμαίνεται από 0.5 έως 3.5 μ. Οι καλλιεργούμενες ποικιλίες έχουν στέλεχος ύψους 1.6-1.8 μ και διαμέτρου 2.5-3 εκατ. Τα φύλλα είναι έμμισχα, εκφύονται αντικριστά και το μέγεθός τους εξαρτάται από το ύψος έκπτυξης. Τα φύλλα που βρίσκονται μεταξύ του 8ου και 20ου κόμβου αντιπροσωπεύουν το 60-70% της συνολικής φυλλικής επιφάνειας. Η ταξιανθία του ηλίανθου είναι κεφαλή διαμέτρου 10-75 εκατ και περιβάλλεται από βράκτια φύλλα και περιφερειακά άγονα άνθη με εκφυλισμένο στύλο και στίγμα. Στη συνέχεια ακολουθούν τα κανονικά, γόνιμα άνθη που είναι τοποθετημένα σε ομόκεντρα τόξα και αποτελούνται από την ωοθήκη, τον κάλυκα, τη στεφάνη και τους στήμονες. Ο καρπός είναι αχαίνιο. Το βάρος των 1000 κόκκων κυμαίνεται μεταξύ 40 και 100 γραμ.
Νεαρά φυτά, στάδια ανθοφορίας και ωρίμανσης.

Γενικά, ο ηλίανθος χαρακτηρίζεται από σχετικά μικρό βιολογικό κύκλο. Συνήθως απαιτούνται 100-150 ημέρες από την σπορά μέχρι την ωρίμανση, ανάλογα με το υβρίδιο, την περιοχή καλλιέργειας και τη χρήση του συγκομιζόμενου προϊόντος. Μετά το φύτρωμα ακολουθεί το βλαστικό στάδιο ανάπτυξης και η ανθική καταβολή εμφανίζεται πριν το φυτό αποκτήσει το τελικό του ύψος. Με την ολοκλήρωση της ανάπτυξης της ταξιανθίας, εμφανίζονται αρχικά τα περιφερειακά άγονα άνθη και στη συνέχεια τα γόνιμα άνθη που σταδιακά ανοίγουν και γονιμοποιούνται. Η ολοκλήρωση της άνθισης χρονικά συμπίπτει με τη μάρανση των περιφερειακών ανθέων. Το φυτό μπαίνει στο στάδιο της ωρίμανσης όταν το πίσω μέρος της κεφαλής κιτρινίζει και το ποσοστό υγρασίας των σπόρων είναι περίπου 40% που, όταν και τα βράκτια φύλλα αποκτήσουν χρώμα καφέ, φθάνει το 30%.
Καλλιεργητική τεχνική
Ποικιλίες

Ο ηλίανθος είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό σταυρογονιμοποιούμενο και εντομόφιλο είδος. Σήμερα, το σύνολο της καλλιέργειας ηλίανθου καλύπτεται από ποικιλίες- υβρίδια. Οι εμπορικές ποικιλίες του ηλίανθου που διατίθενται από πολλές σχετικές εταιρίες, χαρακτηρίζονται από υψηλή προστιθέμενη αξία καθώς είναι ποικιλίες με υψηλή περιεκτικότητα σε λάδι και ανθεκτικότητα σε εχθρούς και ασθένειες.
Οι τύποι ηλιάνθου, ανάλογα με τη χρήση των σπόρων, διακρίνονται σε αυτούς που καλλιεργούνται για την παραγωγή εδώδιμου λαδιού και αυτούς που προορίζονται για την παραγωγή εδώδιμων σπόρων. Τα υβρίδια που καλλιεργούνται για την παραγωγή λαδιού και ενδιαφέρουν την παραγωγή βιοκαυσίμων χαρακτηρίζονται από σπόρους σκούρου έως μαύρου χρώματος, με λεπτό περικάρπιο και υψηλή περιεκτικότητα σε λάδι (έως 45 %) και πρωτεΐνη (περίπου 20 %). Έχουν δημιουργηθεί και διατίθενται στην αγορά επίσης, υβρίδια με πολύ υψηλή περιεκτικότητα σε ελαϊκό οξύ (έως 85 % του συνολικού λαδιού). Αντίθετα, οι ποικιλίες ηλίανθου που προορίζονται για την παραγωγή εδώδιμων σπόρων είναι χαμηλής περιεκτικότητας σε λάδι και υψηλότερης σε πρωτεΐνες.
Τα βασικά κριτήρια επιλογής του κατάλληλου υβριδίου σχετίζονται με την απόδοση, ποιότητα, την αντοχή σε εχθρούς και ασθένειες και την ευκολία συγκομιδής. Γενικά, προτιμώνται οι ημινάνες ποικιλίες που χαρακτηρίζονται από μικρότερο κατά 25-35 % ύψος που αντέχουν στο πλάγιασμα, ιδιαίτερα επιθυμητή ιδιότητα σε αρδευόμενες καλλιέργειες. Σημαντικό γνώρισμα είναι επίσης η κλήση της κεφαλής για προστασία από τα πουλιά.

Αμειψισπορά 

Η εναλλαγή σιτηρών και ηλίανθου σε ξηρικές περιοχές είναι συμφέρουσα ως πρακτική αφού τα δύο είδη έχουν διαφορετικές απαιτήσεις σε θρεπτικά, το ριζικό τους σύστημα διαφέρει σημαντικά και προσβάλλονται από διαφορετικούς εχθρούς, ασθένειες και ζιζάνια. Σε αρδευόμενα εδάφη, τα συστήματα αμειψισποράς περιλαμβάνουν την εναλλαγή με όσπρια, λαχανικά, τεύτλα κλπ. Τέλος, ήδη δοκιμάζονται πρώιμα υβρίδια για επίσπορη καλλιέργεια μετά το σιτάρι.
Η επαναλαμβανόμενη καλλιέργεια ηλίανθου στην ίδια τοποθεσία έχει σαν συνέπεια την αυξημένη πιθανότητα προσβολής από εχθρούς και ασθένειες, την αύξηση του πληθυσμού ορισμένων ζιζανίων και κυρίως της οροβάγχης, καθώς και την αύξηση του πληθυσμού του ηλίανθου ως ζιζανίου-εθελοντή, με αποτέλεσμα τη μείωση της απόδοσης της επόμενης καλλιέργειας εξαιτίας της φυτοτοξικότητας (αλληλοπάθεια) από τα υπολείμματα ηλίανθου και τη μείωση της εδαφικής υγρασίας. Κατά την επιλογή του συστήματος αμειψισποράς θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τυχόν προηγούμενες προσβολές από παθογόνα που προσβάλλουν και τον ηλίανθο (κυρίως Sclerotinia sclerotiorum, Verticillium spp., Rhizopus spp., Phoma macdonaldii), καθώς και η υπολειμματική δράση φαρμάκων.
Προετοιμασία εδάφους

Λόγω του βαθέος ριζικού συστήματος, ενδεχόμενη ύπαρξη αδιαπέρατου υπεδάφιου στρώματος πρέπει να αντιμετωπίζεται με υπεδαφοκαλλιεργητή το προηγούμενο καλοκαίρι, οπότε το έδαφος είναι ξηρό και θρυμματίζεται εύκολα. Κατά την φθινοπωρινή περίοδο, συστήνεται βαθύ όργωμα με αναστροφή, που εξυπηρετεί στην καταπολέμηση των χειμερινών ζιζανίων και στην ανακατανομή του φωσφόρου που, λόγω της δέσμευσής του στα ανώτερα εδαφικά στρώματα, δεν είναι διαθέσιμος στο βάθος όπου απαντάται το μεγαλύτερο μέρος του ριζικού συστήματος. Οι ανοιξιάτικες επεμβάσεις που ακολουθούν αποσκοπούν στη δημιουργία κατάλληλης σποροκλίνης για την εξασφάλιση γρήγορου και ομοιόμορφου φυτρώματος, στη βελτίωση των φυσικών ιδιοτήτων του εδάφους και στην καταπολέμηση των ανοιξιάτικων ζιζανίων.
Σπορά

Οι σημαντικότεροι παράγοντες για την επιλογή της κατάλληλης εποχής σποράς είναι η θερμοκρασία εδάφους που θα πρέπει να είναι μεγαλύτερη των 8 0C και η εδαφική υγρασία. Συνήθης εποχή σποράς είναι η περίοδος από μέσα έως τέλη Μαρτίου, οπότε ικανοποιούνται οι απαιτήσεις φυτρώματος σε θερμοκρασία και ταυτόχρονα αποφεύγεται η καταστροφή των σπορόφυτων από τις ξηροθερμικές συνθήκες του καλοκαιριού.
Η σπορά γίνεται γραμμικά με κοινές πνευματικές μηχανές σε αποστάσεις 75 και 10 εκατ μεταξύ και επί της γραμμής σποράς, αντίστοιχα. Ο συνήθης αριθμός φυτών ανά στρέμμα είναι 6.500-7.000 για αρδευόμενες καλλιέργειες ενώ για τις ξηρικές συνιστάται μειωμένη πυκνότητα της τάξης των 5000-5.500 φυτών/στρ. Το βάθος σποράς κυμαίνεται μεταξύ 3 και 5 εκατ, ανάλογα με το μέγεθος του σπόρου, την εδαφική υγρασία και τη θερμοκρασία. Η ποσότητα του σπόρου είναι συνήθως 350- 500 γραμ/στρ.
Ζιζανιοκτονία

Τα κυριότερα ζιζάνια που παρατηρούνται στην καλλιέργεια του ηλίανθου είναι το κοκκινόριζο χηνοπόδιο (Amaranthus retroflexus), η αμβροσία (Ambrosia artemisifolia), το χηνοπόδιο (Chenopodium album), το γαϊδουράγκαθο (Cirsium arvense), η μουχρίτσα (Echinochloa crus galli), ο αγρόπυρος (Elytrigia repens), το ξάνθιο (Iva xanthiifolia), το άγριο σινάπι (Sinapis arvensis), η αγριομελιτζάνα (Xanthium strumarium), η σετάρια (Setaria glauca) και η αλεπονουρά (Alopecurus myosuroides). Σημαντική απειλή για την καλλιέργεια αποτελεί επίσης το παράσιτο της οροβάγχης (Orobanche cumana, Orobanche ramosa), το οποίο αντιμετωπίζεται με τη χρήση ανθεκτικών στην οροβάγχη ποικιλιών καθώς και με ποικιλίες ανθεκτικές στις δραστικές ουσίες ιμιδαζολινόνες ή σουλφονιλουρίες που εφαρμόζονται με ψεκασμό. Οι ποικιλίες αυτές έχουν δημιουργηθεί σε συμβατικά βελτιωτικά προγράμματα.
Δεδομένης της ευαισθησίας του ηλίανθου στα ορμονικά ζιζανιοκτόνα, η χημική καταπολέμηση των αγρωστωδών και αρκετών πλατύφυλλων ζιζανίων πραγματοποιείται συνήθως με την εφαρμογή προσπαρτικών (με ενσωμάτωση) ή μεταφυτρωτικών ζιζανιοκτόνων όπως π.χ. αυτά της οικογένειας των δινιτροανιλινών και τριαζινών. Παράλληλα, προληπτικές μέθοδοι αφορούν στην εφαρμογή κατάλληλων συστημάτων αμειψισποράς και στην καταστροφή υπολειμμάτων της καλλιέργειας.
Λίπανση

Ο ηλίανθος ανήκει στα φυτά που είναι απαιτητικά σε θρεπτικά στοιχεία. Η συνιστώμενη λίπανση εξαρτάται από τη γονιμότητα του εδάφους και τη διαθεσιμότητα των θρεπτικών στοιχείων που είναι απαραίτητα για την καλλιέργεια. Το άζωτο αποτελεί το κυριότερο θρεπτικό στοιχείο καθώς συμβάλλει στην καλή ανάπτυξη του φυτού, στην επίτευξη ικανοποιητικών αποδόσεων και στην αύξηση της περιεκτικότητας σε λάδι και πρωτεΐνη. Η εφαρμογή υπερβολικής δόσης αζώτου υποβαθμίζει την ποιότητα πρωτεΐνης. Ο φώσφορος επηρεάζει την απόδοση και την περιεκτικότητα του σπόρου σε λάδι. Το κάλιο συμβάλλει στην αύξηση της ελαιοπεριεκτικότητας, ενώ η έλλειψή του προκαλεί αύξηση του ποσοστού ακόρεστων οξέων. Μια μέση παραγωγή 250 χλγ/στρ απορροφά από το έδαφος 9 μονάδες αζώτου, 5 μονάδες φωσφόρου, 20 μονάδες καλίου, 4 μονάδες μαγνησίου και 12 μονάδες ασβεστίου. Σε αμμώδη εδάφη συνιστάται η αποφυγή εφαρμογής αζωτούχου λίπανσης κατά τα αρχικά στάδια της καλλιέργειας.
Άρδευση

Αν και η επίτευξη υψηλών αποδόσεων απαιτεί επαρκή άρδευση, η καλλιέργεια στη χώρα μας εγκαθίσταται συνήθως σε ξηρικούς αγρούς. Λόγω της έλλειψης άρδευσης συστήνεται η σωστή διαχείριση των καλλιεργητικών πρακτικών που επηρεάζουν τη διαθεσιμότητα εδαφικής υγρασίας όπως π.χ. ελάχιστη κατεργασία ή επικάλυψη του εδάφους με τα υπολείμματα της προηγούμενης καλλιέργειας την χειμερινή περίοδο.
Η καλλιέργεια των σύγχρονων υβριδίων ηλίανθου χαρακτηρίζεται από υψηλές απαιτήσεις σε νερό που φθάνουν τα 500 -600 κ.μ./στρ. Η ανεπάρκεια εδαφικής υγρασίας κατά την περίοδο της ανθοφορίας έχει μεγαλύτερη αρνητική επίδραση απ' ότι κατά τη βλαστική περίοδο. Η διαθεσιμότητά της κατά την περίοδο της άνθισης έως και την έναρξη της φυσιολογικής ωρίμανσης είναι καθοριστικής σημασίας για το σχηματισμό και το γέμισμα των σπόρων. Η άρδευση σε αγρούς με σχετικά μικρή υδατοϊκανότητα και χονδρόκοκκη κοκκομετρική σύσταση μπορεί να επιφέρει αυξήσεις στην παραγωγή της τάξης του 50%.
Φυτοπροστασία

Οι κυριότερες μυκητολογικές ασθένειες του ηλίανθου είναι η σκληρωτίνια (Sclerotinia sclerotiorum), η φόμοψη (Diaporthe helianthi, Phomopsis helianthi), η σκωρίαση (Puccinia helianthi), ο περονόσπορος (Plasmopara halstedii), η σήψη της κεφαλής (Rhizopus spp.), η αλτερνάρια (Alternaria spp.), ο βοτρύτης (Botryotinia fuckeliana, Botrytis cinerea), το βερτισίλλιο (Verticillium dahliae) και η φόμα (Phoma spp.). Η καταπολέμηση τους πραγματοποιείται είτε χημικά, με μυκητοκτόνα της οικογένειας των καρβαμιδικών, διθιοκαρβαμιδικών, φθαλιμιδικών, είτε με προληπτικά μέσα που περιλαμβάνουν τη χρήση ανθεκτικών υβριδίων, τη σπορά σε απαλλαγμένο από μύκητες έδαφος ή/και καταστροφή μολυσμένων φυτών, την εφαρμογή συστημάτων αμειψισποράς και την καταπολέμηση φυτών ξενιστών.
Τα έντομα που προκαλούν σοβαρές απώλειες στην καλλιέργεια είναι ο σκόρος του ηλίανθου (Homoeosoma electellum, Homeosoma nebulellum), η τιπούλη (Tipula paludosa), η μελίγκρα (Brachycaudus helichrysi, Aphis fabae) και η αγρότιδα (Agriotes spp.). Η καταπολέμηση τους γίνεται με εντομοκτόνα της οικογένειας των οργανοφωσφορικών, καρβαμιδικών, πυριμιδινών κλπ. Προληπτικά μέτρα αφορούν στη χρήση ανθεκτικών υβριδίων, στην έγκαιρη σπορά και στην εφαρμογή κατάλληλων συστημάτων αμειψισποράς.
Σε περιοχές όπου οι απώλειες από πτηνά είναι μεγάλες συστήνεται πρόωρη συγκομιδή, ή/και χρήση υβριδίων με μεγάλη κλίση κεφαλής. Τελευταία χρησιμοποιούνται ειδικές ηχητικές συσκευές που απωθούν τα πουλιά.
Συγκομιδή

Η ωρίμανση του σπόρου διαρκεί μερικές εβδομάδες και κατά την περίοδο αυτή η περιεκτικότητα σε λάδι μεγιστοποιείται. Η συγκομιδή πρέπει να γίνεται όταν το ποσοστό υγρασίας του σπόρου κυμαίνεται μεταξύ 10 και 15%, οπότε ο αλωνισμός πραγματοποιείται με μικρές ή καθόλου απώλειες. Στη χώρα μας, η συγκομιδή γίνεται κατά την περίοδο από τέλη Αυγούστου μέχρι αρχές Σεπτεμβρίου, αλλά ανάλογα με τις κλιματολογικές συνθήκες μπορεί να παραταθεί έως και τον Οκτώβριο. Σε επίσπορη καλλιέργεια η συγκομιδή μπορεί να γίνει και το Νοέμβριο.
Η συγκομιδή πραγματοποιείται με συμβατικές αλωνιστικές μηχανές σιτηρών αφού προηγηθούν οι κατάλληλες προσαρμογές, που κυρίως περιλαμβάνουν την προσθήκη μαχαιριού κατάλληλου για τον αλωνισμό του ηλιάνθου και ανέμης η οποία ωθεί τα φυτά στη μηχανή για την ελαχιστοποίηση των απωλειών που, εάν δεν ληφθούν τα παραπάνω μέτρα, μπορεί να φθάσουν έως και 50%.
Αποθήκευση

Η ξήρανση του προϊόντος είναι αναγκαία σε περιοχές με υγρό φθινόπωρο, σε μεγάλες περιόδους αποθήκευσης και στην περίπτωση πρώιμης συγκομιδής που κρίνεται για μείωση των απωλειών από το τίναγμα του σπόρου και τις καταστροφές από πτηνά. Το συγκομιζόμενο προϊόν αποθηκεύεται σε εγκαταστάσεις ανάλογες με αυτές που χρησιμοποιούνται για την αποθήκευση σιτηρών ή καλαμποκιού. Η καλή διατήρηση του προϊόντος καθορίζεται κυρίως από την υγρασία και θερμοκρασία που επιδιώκεται να είναι σε επίπεδα που δεν ευνοούν την ανάπτυξη μικροοργανισμών. Γενικά, συστήνεται άμεση ξήρανση μετά τη συγκομιδή και διατήρηση σε αποθηκευτικούς χώρους με θερμοκρασία μικρότερη του 20 %.
Αποδόσεις – Ενεργειακές δυνατότητες

Οι τυπικές αποδόσεις σπόρου ξηρικής καλλιέργειας ηλίανθου στην περιοχή του Έβρου κυμαίνονται από 150 έως 200 χλγ/στρ. Υπό αρδευόμενες συνθήκες οι αποδόσεις μπορεί να φθάσουν και τα 300-400 χλγ/στρ. Με ελαιοπεριεκτικότητα 40%, οι μέσες αντίστοιχες αποδόσεις σε βιοντίζελ ανέρχονται σε 70 και 140 χλγ/στρ. Από την επεξεργασία ενός τόνου σπόρων ηλίανθου παράγονται 0.4 τόνοι λαδιού και 0.55 τόνοι πίτας. Το ενεργειακό ισοζύγιο μιας καλλιέργειας (ο λόγος εκροών προς εισροές) είναι ο βασικότερος παράγοντας αξιολόγησής της. Για τον ηλίανθο η συνολική ενέργεια εισροών έχει υπολογιστεί, με βάση την ενέργεια που απαιτείται για την παραγωγή περίπου 180 χλγ σπόρου/στρ, σε 1.049 GJ/στρ με την λίπανση να αποτελεί την κύρια πηγή εισροών. Οι ενεργειακές εκροές της καλλιέργειας υπολογίστηκαν από την μετατροπή της τελικής παραγωγής σπόρου και ξηράς ουσίας που προέρχεται από τα στελέχη. Η καθαρή ενεργειακή αξία της καλλιέργειας, λαμβάνοντας υπόψη και τις εκροές από την εκτός του σπόρου βιομάζα, υπολογίζεται σε 3.687 GJ /στρ και άρα το ενεργειακό ισοδύναμο είναι περίπου 4.5. Το ενεργειακό ισοζύγιο, χωρίς να συμπεριλαμβάνεται η παραγόμενη βιομάζα, έχει υπολογισθεί σε 3.3. Η μείωση των ΑΕΘ από την καύση του βιοντίζελ ηλίανθου κυμαίνεται από 35 έως 40 %.

Πηγή minagric.gr

(0 votes)
Login to post comments
close

Εγγραφείτε για να είστε σε επαφή μαζί μας!!

Γίνε ο πρώτος που θα μαθαίνει για τις ειδικές προσφορές και τα τελευταια νέα μας.

Ελέγξτε την  Privacy Policy & Terms of use
Μπορείτε να διαγραφείτε από την λίστα email οποιαδήποτε στιγμή